Στις 26 Μαρτίου του 1827 μετά από μακρόχρονη ασθένεια ο Μπετόβεν αφήνει την τελευταία του πνοή στην Βιέννη σε ηλικία μόλις 56 ετών. Η κηδεία του μεγάλου συνθέτη έγινε τρεις μέρες αργότερα στην Αυστριακή πρωτεύουσα όπου λέγεται πως την παρακολούθησαν περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι.

Η αιτία του θανάτου του δεν είχε γίνει γνωστή, ενώ πολλές θεωρίες είχαν διατυπωθεί όπως ότι προήλθε από κίρρωση, σύφιλη,  λοιμώδης ηπατίτιδα ακόμα και δηλητηρίαση από μόλυβδο, θεωρία που από το 2008 είχε επικρατήσει όταν ο Αυστριακός παθολόγος Κρίστιαν Ράιτερ ισχυρίστηκε ότι ο γιατρός του Μπετόβεν τον σκότωσε κατά λάθος δίνοντάς του υπερβολική δόση μιας θεραπείας με μόλυβδο.

Ωστόσο τώρα σχεδόν διακόσια χρόνια μετά, ο ερευνητής Τρίστιαν Μπεγκ του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ με την ομάδα του, έλαβε τούφες από μαλλιά που υποτίθεται πως είναι του Μπετόβεν, από τις οποίες εξήγαγε γενετικό υλικό το οποίο στη συνέχεια ανέλυσαν για γνωστές γενετικές αλληλουχίες που προκαλούν ασθένειες.

Το έργο αυτό είναι ένα τεράστιο τεχνολογικό επίτευγμα, καθώς κάτι τέτοιο ακόμα και στο πρόσφατο σχετικά παρελθόν θα ήταν αδύνατο. Αλλά οι πρόοδοι που έγιναν τις τελευταίες δύο δεκαετίες στις μεθόδους για τον προσδιορισμό της αλληλουχίας του DNA από δείγματα πολλών αιώνων πριν, σχεδόν κατεστραμμένα, επέτρεψαν αυτήν την μελέτη.

O τάφος του Μπετόβεν στη Βιέννη

Η μελέτη κατέληξε πως ο Μπετόβεν πιθανότατα πέθανε από ασθένεια του ήπατος η οποία προήλθε από τον συνδυασμό ιογενούς ηπατίτιδας, υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και γενετικούς παράγοντες. Όπως δε ανέφερε και ο Μπεγκ «Ήταν η τέλεια καταιγίδα».

Και ενώ η ομάδα παράλληλα προσπάθησε να διαγνώσει την αιτία της κώφωσης του συνθέτη αυτό ωστόσο δεν κατέστη δυνατόν και το μυστήριο παραμένει. Ο Μπετόβεν είχε αρχίσει να χάνει σταδιακά την ακοή του ήδη από το 1801 δηλαδή από την ηλικία των 30 ετών.

Οι ιστορικοί της ιατρικής έχουν υποθέσει ότι η ωτοσκλήρυνση -μια κατάσταση κατά την οποία ένα μικροσκοπικό οστό του αυτιού που ονομάζεται ραβδωτής συγχωνεύεται με άλλα μέρη του αυτιού- μπορεί να ευθύνεται για την απώλεια ακοής του Μπετόβεν. Τα γενετικά αίτια της ωτοσκλήρυνσης δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, επομένως αυτό παραμένει δυνατό, αλλά η θεωρία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από αυτή τη μελέτη. Ο Μπεγκ λέει ότι εάν εντοπιστούν γενετικοί δεσμοί στο μέλλον, η ομάδα θα μπορούσε να ελέγξει ξανά το γονιδίωμα του Μπετόβεν.